Έφυγε άπ’το μπαρ από ακόμα μια νύχτα σαπίλας.
Προσπαθούσε να κρατήσει μια ευθεία γραμμή ώσπου να περπατήσει σπίτι.
Το αυτοκίνητο το΄χε κόψει. Καλύτερα παρά να κόψει το ποτό.
Η ασκήμια της γειτονίας ήταν πιο φανερή τη νύχτα. Περιτριγύριζαν διάφοροι όπως τους γύπες που γύρευαν το θήραμα τους.
Της κόντεψε μια μοτόρα και σταμάτησε δίπλα της.
«Έλα να σε πάρω σπίτι» της λέει ο τύπος.
Τον κοίταξε για μια στιγμή και ανέβηκε. Έτσι κι αλλίως ο άλλος είχε φύγει με άλλη και οι ευκαιρίες για μότορ ράιντ δεν πρέπει να πηγαίνουν χαμένες.
Θυμήθηκε πως τον είχε γνωρίσει. Έπινε άνενοιας το ποτό της ένα απόγευμα στο γειτονίκο μπαρ όταν ξαφνικά σηκώθηκε ένας απ’το απέναντι τραπέζι, την κόντεψε, και ψιθύρισε στο αυτί της:
«Όσο ωραίο και νανε το θέμαμα μπορείς να κλέισεις τα πόδια σου σε παρακαλώ;» Ήταν και ευγενικός.
Χαμογέλασαν και αυτή έκλεισε τα πόδια.
Είχε ξεχάσει ότι μες στον πολιτισμό δεν μπορείς να δείχνεις το μούνι σου δημοσίως.
Περπάτησε πίσω στη θέση του και μετά από λίγο της έγνεψε να του κάνει παρέα. Μιλήσανε για λίγο. Ήταν ok.
Και τώρα την πάει σπίτι. Δεν ήταν σίγουρη πως θα κατέληγε αυτή η κατάσταση. Είχε την τάση να μπλέκει σε μη καλοδεχούμενες περιπέτειες.
Κατέβηκαν μετά δυσκολίας, αυτή τουλάχιστο, έξω απ’τη πόρτα της.
«Νάρθω πάνω;» τη ρωτάει.
«Έλα αν θες, αλλά δεν θα γίνει αυτό που νομίζεις.»
«Θα με αφήσεις να οδηγήσω σπίτι έτσι σκατά;»
«Όχι. Άτε έλα.»
Ανέβηκαν σπίτι. Οι συγκάτοικοι της λέιπαν.
Μπήκαν στο δωμάτιο της.
«Ωραίο δωμάτιο» κάνει αυτός.
Το δωμάτιο της ήταν ένα χάος.
Αυτή έβαλε μουσική και αυτός έβγαλε τα ρούχα του ως το εσώρουχο και έπεσε στο κρεβάτι. Αυτή έβγαλε το παντέλονι και έμεινε με το βρακί και το μπλουζάκι.
«Έχει και αλλού να πέσεις» του είπε.
«Αφού μ’αρέσεις.»
Σηκώθηκε και τη φίλησε. Φιλούσε απαίσια.
«Είμαι ερωτευμένη με άλλον.»
«Μη λες τέτοιες βλακίες στα 25 σου»
«Ε τι θελεις να σου πω;»
Πέσανε στο κρεβάτι ανάσκελα και καπνίσανε.
«Ξέρεις ότι ήμουν crack addict παλία;»
Καλή προσπάθεια σκέφτηκε αυτή.
Γύρισε και τον κοίταξε.
Γύρισε και τον κοίταξε.
«Έχεις ωραία τατουζ. Αν δεν είχες δεν θα το σκεφτόμουνα καν.»
Της χαϊδεψε τη ζάμπα και πήγε να τη φιλήσει.
«Θέλω να φύγεις.»
«Σοβαρά;»
«Ναι.»
Έβαλε τα ρούχα του και έφυγε. Αυτή έπεσε στο κρεβάτι και ξεράθηκε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου